Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019
  
  ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Κυριακὴ Α΄ Ματθαίου ( τῶν Ἁγίων Πάντων )

Ὁμολογία ἢ Ἄρνηση;


« Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων…», ὅποιος μὲ ὁμολογήσει μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ ὁμολογήσω κι ἐγὼ γι' αὐτὸν μπροστὰ στὸν οὐράνιο πατέρα μοῦ.

Ὁμολογία ἢ ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ δύο δυνατότητες ποὺ ἔχουμε καὶ οἱ συνέπειες αὐτῆς ἢ ἐκείνης τῆς συμπεριφορᾶς μας, προεκτείνονται καὶ στὴν αἰωνιότητα καί τὴν προδιαγράφουν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, πὼς λόγος τοῦ Κύριου μᾶς, στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε, ἀδελφοὶ καὶ παιδιὰ μοῦ, εἶναι διατυπωμένος μὲ τρόπο ἀπόλυτο. Δὲν παραχωρεῖται κανένα περιθώριο για ταλάντευση. Ὁ Χριστὸς θὰ ἀναγνωρίσει τελικὰ γιὰ δικοὺς του « ἐνώπιον τοῦ πατρὸς Του », μόνον ὅσους εἶχαν τὸ θάρρος νὰ τὸν ὁμολογήσουν « ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων ».

Δὲν πρόκειται μόνο γιὰ τὶς ἐπίσημες στιγμὲς ὁμολογίας ἢ ἀρνήσεως ποὺ ἀντιμετώπιζαν οἱ χριστιανοὶ σὲ περιόδους διωγμῶν. Σὲ κάθε ἐποχὴ ὁ χριστιανὸς ἀντιμετωπίζει πολλὲς αἰτίες καί πειρασμούς, ποὺ τὸν ὁδηγοῦν στὸ δίλημμα νά ὁμολογήσει ἢ ν' ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὑπάρχουν ἐπίσης καὶ πολλοὶ ποὺ θὰ προτιμοῦσαν ν' ἀποφύγουν τέτοιο δίλημμα σαφοῦς ὁμολογίας ἢ ἀρνήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ θἄθελαν ν' ἀποσυρθοῦν σὲ μιὰ οὐδετερότητα. Τέτοια ὅμως δυνατότης, ἕνα τρίτο δηλαδὴ ἐνδεχόμενο, δὲν προσφέρεται.

Σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἀρνούμεθα τὸν Χριστό, ὅταν διστάζουμε νὰ τὸν ὁμολογήσουμε. Μποροῦμε νὰ Τὸν ἀρνούμεθα καί μὲ τὴ σιωπὴ μας. Ὅταν ἀποφεύγουμε νὰ πάρουμε θέση, βλέποντας ἐχθρικὸ τό κλίμα ἐναντίον τῆς πίστεὼς μας, ὅταν ἀκόμη φοβόμαστε πὼς κινδυνεύει ἡ θέσι μας ἢ ἀκόμη ἡ ἡσυχία μᾶς. Κυρίως ὅμως συμβαίνει ν' ἀρνούμεθα τὸν Χριστὸ με τίς πράξεις μας, μέ τή ζωή μας. Ἀρνούμεθα τόν Χριστό ὅταν δὲν ἔχουμε τὸ Εὐαγγέλιό Τοῦ, ὡς βάσι καί κριτήριο γιά τὴ ζωὴ μας καὶ ἔτσι κρίνουμε καὶ ἐνεργοῦμε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δικῶν μᾶς ἐγωιστικῶν σκέψεων καί ἐπιθυμιῶν.

Ὅμως τὶ κρύβεται κάτω ἀπὸ μία τέτοια ἄρνηση ; Ἐκ πρώτης ὄψεως ἄλλοτε δειλία, ἄλλοτε φόβος ἢ καὶ λόγοι συμφέροντος. Καὶ τοῦτο φαίνεται ὅτι στὸ βάθος ὑπάρχει ἡ παραγνώρισις δύο βασικῶν ἀρχῶν τὶς ὁποῖες θέτει ὁ Χριστὸς στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Πρῶτον ὅποιος ἀρνεῖται ἄμεσα ἤ ἔμμεσα τόν Χριστό, σημαίνει ὄτι ἀγαπάει κάτι ἄλλο πάρα πάνω « ὑπέρ Αὐτοῦ ». Δηλαδὴ δὲν δίνει τὴν πρώτη θέσι στὸν Κύριο ὅπως τοῦ ἀνήκει. Τὸ « ὑπὲρ » σημαίνει τὸ πάρα πάνω ἀπὸ μένα. «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μοῦ ἄξιος». Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει περισσότερο ἀπὸ μένα τὸν πατέρα ἢ τὴ μητέρα του δέν εἶναι ἄξιος γιὰ μένα. Ἐδῶ ὁ Χριστὸς φέρνει ὡς σημεῖο συγκρίσεως τὴν πιὸ ὑψηλὴ βιολογικὴ ἀγάπη πρὸς τοὺς γονεῖς καί τὰ παιδιά. Καὶ δὲν σημαίνει νὰ μὴν ἀγαπᾶμε τοὺς γονεῖς καί τὰ παιδιὰ μᾶς, ἀλλὰ πάνω ἀπ' ὅλους νὰ βάζουμε τὴν ἀγάπη μας γιὰ τὸν Χριστό. Μιὰ δεύτερη βαθύτερη αἰτία γιὰ τὴ φανερὴ ἤ κρυφὴ ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ, βρίσκεται στὸ φόβο τοῦ Σταυροῦ. «Καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸ σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μοῦ ἄξιος». Καὶ ὅποιος δὲν σηκώνει τὸν σταυρὸ τοῦ καὶ δὲν ἀκολουθεῖ ὀπίσω μοῦ, δὲν εἶναι ἄξιος γιὰ μένα. Στὴ ζωὴ μας ὑπάρχουν στιγμὲς πειρασμικὲς, ὧρες σκληρὲς πού δοκιμάζεται ἡ πίστις μας στὸν Χριστό. Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς δέχονται νὰ σηκώσουν τὸν σταυρὸν τοὺς καὶ νὰ βαδίσουν μὲ συνέπεια στὰ ἴχνη τοῦ Χριστοῦ, ὀπίσω Τοῦ. Ἄλλοι προτιμοῦν τὴ φυγή, λιποτακτοῦν, δηλαδὴ ἀρνοῦνται νὰ σηκώσουν τὸν σταυρὸ καὶ κατὰ συνεπείᾳ ἀρνοῦνται τὸν Χριστό.

Δὲν φθάνει νὰ σηκώνεις τὸν σταυρό, πρέπει καὶ νὰ ἀκολουθεῖς τὸν Ἰησοῦν ἀγαπῶντας τοὺς πάντες. Τελικὰ ὅποιος Τὸν ἀρνεῖται, ἀρνεῖται τὴν ἰδία τὴν ζωή, « τὴν αἰώνιον ζωὴν ». Οἱ Ἅγιοι Πάντες, ποὺ σήμερα ἰδιαίτερα τιμᾶ ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία μᾶς, ὅλοι τοὺς ἀγάπησαν τὸν Χριστὸ πάνω ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο. Τὸν ὡμολόγησαν γενναία μὲ τὸν ἅγιο βίο τοὺς καὶ « ἐβάστασαν τὸ ὄνομα Αὐτοῦ, ἐνώπιον ἐθνῶν καί βασιλέων », ὅλοι δὲν ἔγιναν γνωστοί. Πολλοὶ ἀπὸ τὸ « περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων » (Ἐβρ. ιβ',1) παρέμειναν ἀφανεῖς κ‘ ἄγνωστοι σὲ μας. Καὶ σ' αὐτοὺς ἰδιαιτέρα ἀναφέρεται ἡ σημερινὴ γιορτή. Ὁ Θεὸς ὅμως « ἐπείρασεν αὐτοὺς καί εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους ἑαυτοῦ ». Καὶ παραμένουν οἱ Ἅγιοι Πάντες πρότυπα κ' ἐνισχυτὲς γιὰ μία πνευματικὴ πορεία ὁμολογίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ ὅλους ἐμᾶς. Στὸν κόσμο φαίνονται « ὡς μηδὲν ἔχοντες » ἐνῶ κατὰ Θεὸν εἶναι « οἱ τὰ πάντα κατέχοντες ».

Ὁ Κύριος σήμερα, μᾶς ἀφυπνίζει ἀπὸ τὸν λήθαργο τῆς σκληρῆς καθημερινότητας μὲ ὅλα τὰ προβλήματα ποὺ τὴν χαρακτηρίζουν καὶ θέτει ἐνώπιόν μας τὸ ἐρώτημα μέσα ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιὸ Τοῦ: Ὁμολογία ἢ ἄρνηση; Ὁ καθένας μας ἃς ἀπαντήσει εἰλικρινὰ ἐνώπιόν Τοῦ.

Ἀδελφοὶ μου, εὔχομαι καὶ προσεύχομαι ὡς ἐπισκοπὸς σας, νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Σωτῆρα κ' Θεὸ μας μὲ τὴν ζωὴ μας μέσα στὴν καθημερινότητα τῆς ἐπίγειας διαδρομῆς μᾶς, ἀνταποκρινόμενοι στὴ δωρεὰ τῆς ἀγάπης Του.

Νὰ ἐμπιστευόμαστε τὸν ἑαυτὸ μας στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ ἔκαναν οἱ μαθητὲς τοῦ καί ἀκούσαμε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου: « ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἀκολουθήσαμέν σοι » καὶ νὰ τό ἐπαναλαμβάνουμε καὶ ἡμεῖς «Κύριε , ἐμεῖς ἀφήσαμε τὰ πάντα καί σὲ ἀκολουθοῦμε ». Γένοιτο!